Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2011
Δίκες δοσιλόγων 1946 και καταδίκες σε θάνατο των Λογοθετόπουλου, Τσολάκογλου, Ράλλη.

Στις δίκες των δοσιλόγων του 1946 τρεις Πρωθυπουργοί καταδικάστηκαν εις θάνατον για τρία πράγματα.

1) Εκχώρηση Εθνικής κυριαρχίας. Αποδέχθηκαν δηλαδή την κατοχή.
2) Διασπορά ηττοπάθειας στον Ελληνικό λαό έτσι ώστε οι συνεργάτες του κατακτητή να πάρουν το πάνω χέρι και να καταδικάσουν τον Ελληνικό λαό σε συνθήκες πραγματικής απελπισίας υπό κατοχή.
3) Συνεργασία με τον κατακτητή σε διάφορα εγκλήματα πολέμου, όπως οι εκτελέσεις.

Οι δυό από τις τρείς κατηγορίες δεν σας θυμίζουν τίποτα; (δείτε το βίντεο)…

Γεώργιος Τσολάκογλου Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Γεώργιος Τσολάκογλου του Κωνσταντίνου (Ρεντίνα Αγράφων, Απρίλιος 1886 – Αθήνα, 22 Μαΐου 1948) ήταν Έλληνας στρατιωτικός και πολιτικός, διορισμένος πρωθυπουργός κατά την περίοδο κατοχής της Χώρας 1941–1942.
Το πραγματικό του επίθετο ήταν Τσολάκογλους και ήταν αμφιθαλής αδελφός του αντιστράτηγου Νικολάου Σπυρόπουλου. Κατατάχθηκε στον Ελληνικό Στρατό και στη συνέχεια εισήλθε στη Σχολή Υπαξιωματικών από την οποία αποφοίτησε το 1912 με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού Πεζικού.

Ως αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού, ο Τσολάκογλου συμμετείχε στις κυριότερες μάχες στους Βαλκανικούς Πολέμους, και στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο όπου και προάχθηκε κατ΄ εκλογή σε λοχαγό και ταγματάρχη και υπηρέτησε στο επιτελείο της 1ης Μεραρχίας στην οποία και αργότερα ανέλαβε επιτελάρχης. Συμμετείχε στην εκστρατεία στην Ουκρανία και στην Μικρασιατική εκστρατεία ως διοικητής τάγματος ευζώνων του 1/39ου και αργότερα ως επιτελάρχης της 4ης Μεραρχίας, κατά την επίθεση του Αυγούστου το 1922. Στην επακολουθήσασα σύμπτυξη του Α΄ Σώματος Στρατού στο οποίο ανήκε ακολούθησε στην αρχή την φάλαγγα του στρατηγού Τρικούπη και λίγο πριν την Σμύρνη την φάλαγγα του στρατηγού Φράγκου. Αντισυνταγματάρχης το 1923, συνταγματάρχης το 1925 και ανώτατος πλέον αξιωματικός το 1935 διοίκησε διαδοχικά: Μεραρχία, την Σχολή Ευελπίδων, και το Γ΄ Σώμα στρατού, του οποίου την διοίκηση ανέλαβε αφού παρέδωσε τη διοίκηση Κρήτης που είχε αναλάβει το 1938, όταν ξέσπασε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος.

Το 1940, είχε φθάσει στον βαθμό του αντιστρατήγου και ήταν διοικητής του Γ΄ Σώματος Στρατού (Δυτική Μακεδονία). Μετά την επίθεση των Ιταλών κατά τη μάχη του Μόραβα, με επιτυχημένο ελιγμό, και παρά τους δισταγμούς των ανωτέρων του, συνέβαλε στη πλήρη νίκη του υπ” αυτού Σώματος στρατού. Μετά την επίθεση όμως των Γερμανών κατά της Ελλάδος (6 Απριλίου 1941), την βαθιά στην συνέχεια διείσδυση αυτών προς την Θεσσαλονίκη στις 9 Απριλίου του 1941 και την υποχώρηση του Ελληνικού Στρατού από το μέτωπο της Βορείου Ηπείρου, ο Τσολάκογλου και ορισμένοι άλλοι ανώτεροι αξιωματικοί του Στρατού έλαβαν την πρωτοβουλία για συνθηκολόγηση, κρίνοντας εκείνοι πως κάθε αντίσταση στους κατακτητές θα ήταν μάταιη.

Έτσι, στις 20 Απριλίου 1941, ημέρα του Πάσχα, σε συνεννόηση με τον διοικητή του Α΄ Σώματος Στρατού, αντιστράτηγο Παναγιώτη Δεμέστιχα, τον διοικητή του Β΄ Σώματος Στρατού, αντιστράτηγο Γεώργιο Μπάκο, και τον Μητροπολίτη Ιωαννίνων Σπυρίδωνα, κατάργησε πραξικοπηματικά τον διοικητή Στρατιάς Ηπείρου Ιωάννη Πιτσίκα, ανέλαβε ο ίδιος διοικητής της Στρατιάς και υπέγραψε πρωτόκολλο ανακωχής με τον διοικητή της 1ης Μηχανοκίνητης Μεραρχίας Ες-Ες, υποστράτηγο Γιόζεφ (Σεπ) Ντήτριχ (Josef «Sepp» Dietrich), στο Βοτονόσι του Μετσόβου. Ο αρχηγός του Ελληνικού Στρατού, αρχιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος, σε τηλεγράφημά του προς το Τμήμα Στρατιάς Ηπείρου, κατήγγειλε την πρωτοβουλία του Τσολάκογλου ως αντίθετη προς τα συμφέροντα της πατρίδας, διέταξε την αντικατάσταση του Τσολάκογλου και αγώνα «μέχρι εσχάτου ορίου δυνατοτήτων». Ήταν όμως ήδη αργά.
Την επόμενη ημέρα (21 Απριλίου) στην Λάρισα, ο Τσολάκογλου, «υπό το κράτος βίας», υπέγραψε ως διοικητής της Ελληνικής Στρατιάς Ηπείρου και Μακεδονίας την άνευ όρων παράδοση του Ελληνικού Στρατού στους Γερμανούς. Εκ μέρους των Γερμανών, το πρωτόκολλο της παράδοσης συνυπέγραψε ο αρχηγός των γερμανικών στρατευμάτων στην Ελλάδα, στρατηγός φον Γκράιφφενμπεργκ (von Greinffenberg).

Στις 23 Απριλίου, ο Τσολάκογλου αναγκάσθηκε να υπογράψει στην Θεσσαλονίκη και τρίτο πρωτόκολλο με τον Γερμανό στρατηγό Άλφρεντ Γιοντλ (Alfred Jodl) και τον Ιταλό στρατηγό Αλμπέρτο Φερρέρο (Alberto Ferrero), για να ικανοποιηθεί και το γόητρο των Ιταλών.

Στα απομνημονεύματα του,[1] ο Τσολάκογλου γράφει:

«Ευρέθην αντιμέτωπος ιστορικού διλήμματος: Ή ν” αφήσω να συνεχισθη ο αγών και να γίνη ολοκαύτωμα ή υπείκων εις τας παρακλήσεις όλων των ηγητόρων του στρατου ν” αναλάβω την πρωτοβουλίαν της συνθηκολογήσεως… «Τολμήσας» δεν υπελόγισα ευθύνας… Μέχρι σήμερον δεν μετενόησα δια το τόλμημά μου. Τουναντίον αισθάνομαι υπερηφάνειαν.»

Στις 30 Απριλίου του 1941 και ώρα 11 το πρωί ο Τσολάκογλου, χωρίς την παρουσία του Αρχιεπισκόπου Χρύσανθου, που είχε αρνηθεί να τον ορκίσει, ορκίσθηκε από μόνος του (- διορίστηκε) στα Παλαιά Ανάκτορα, (σημερινή Βουλή), παρουσία των ανωτάτων διοικητών των δυνάμεων κατοχής, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι τις 2 Δεκεμβρίου του 1942. Κατά την πρωθυπουργία του προσπάθησε να διατηρήσει τη δραχμή ως κατοχικό νόμισμα, πλην όμως η δέσμευσή του από τις Αρχές κατοχής είχε σαν συνέπεια τη συνεχή υποτίμηση, που οδήγησε σε ραγδαίες αυξήσεις τιμών και πείνα, ενώ η χρυσή λίρα τότε αποθησαυριζόταν. Για την κατάσταση εκείνη οι Γερμανοί επέρριψαν ακέραιη την ευθύνη στους Ιταλούς που δεν έπραξαν τίποτε, κατά αρμοδιότητα που διατηρούσαν, για να προλάβουν αυτή την οικονομική εξέλιξη, αν και εισήγαγαν στη συνέχεια τη λεγόμενη «μεσογειακή δραχμή». Τελικά ο Τσολάκογλου παραιτούμενος από το αξίωμά του, μετά από πολλές πιέσεις που του άσκησαν εγγράφως οι άλλοι πολιτικοί αρχηγοί, μεταξύ των οποίων οι Καφαντάρης, Σοφούλης, Γονατάς, Μάξιμος, Πάγκαλος, ακόμη και ο Ράλλης, αλλά και μετά από δύο ανεπιτυχείς γύρους διαπραγματεύσεων με τους Γερμανούς (Βερολίνο – Σεπτέμβριος 1942) και Ιταλούς (Ρώμη – Οκτώβριος 1942), που αφορούσαν τα ελληνικά δημοσιονομικά, στη συνέχεια ιδιώτευσε. Στην πρώτη αυτή κατοχική κυβέρνηση συμμετείχαν οι άλλοι δύο αντιστράτηγοι της συνθηκολόγησης, Δεμέστιχας και Μπάκος, ο επόμενος κατοχικός πρωθυπουργός (ιατρός) Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος, που τελούσε χρέη αντιπροέδρου, καθώς και ο τότε υπουργός οικονομικών Σωτήριος Γκοτζαμάνης που διατηρήθηκε στην ίδια θέση από την επόμενη κυβέρνηση.Μετά την απελευθέρωση, ο Τσολάκογλου συνελήφθη και παραπέμφθηκε στο δια της Συντακτικής Πράξεως με αριθμό 6/1945 συσταθέν Ειδικό Δικαστήριο, κατηγορούμενος για παράνομη συνθηκολόγηση που είχε προβεί με τον εχθρό, χαρακτηριζόμενη ως «συνθηκολόγησιν εν ανοικτώ πεδίω» και «πριν η υπ” αυτόν στρατιωτική δύναμις εκπληρώση πάν ό,τι το στρατιωτικόν καθήκον επιβάλλει» , καθώς και για εθνική αναξιότητα για την συνεργασία του, στη συνέχεια, με τις κατοχικές Δυνάμεις, αναλαμβάνοντας Πρωθυπουργός της χώρας. Στις 31 Μαΐου του 1945, το Ειδικό αυτό Δικαστήριο τον καταδίκασε σε θάνατο, αλλά το Συμβούλιο Χαρίτων μετέτρεψε την ποινή σε ισόβια κάθειρξη.Έχοντας προσβληθεί από λευχαιμία, νοσηλεύθηκε επί έναν χρόνο στο Νοσηλευτικό Ίδρυμα του Μετοχικού Ταμείου Στρατού (ΝΙΜΤΣ), όπου και πέθανε τον Μάιο του 1948. Η κηδεία του έγινε σε στενό οικογενειακό κύκλο

Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Ο Κωνσταντίνος Ι. Λογοθετόπουλος (Ναύπλιο, 1878 – Αθήνα, 8 Ιουλίου 1961) ήταν διακεκριμένος έλληνας καθηγητής της Ιατρικής, αλλά και πρωθυπουργός μιας διορισμένης από τους Γερμανούς κατοχικής κυβέρνησης από τις 2 Δεκεμβρίου 1942 έως τις 7 Απριλίου 1943. Για τη συνεργασία του με τους κατακτητές καταδικάστηκε σε ισόβια δεσμά, αλλά αργότερα έλαβε χάρη και πέθανε τελικά εκτός φυλακής.
Σπουδές και στρατιωτική θητεία
Ο Λογοθετόπουλος σπούδασε Ιατρική στο Μόναχο. Με την αποφοίτησή του το 1903 παρέμεινε στη Μαιευτική και Γυναικολογική Κλινική του Μονάχου, για να εργαστεί πρώτα ως βοηθός του καθηγητή Amann, κατόπιν ως επιμελητής και τέλος ως υφηγητής. Το 1910 επέστρεψε στην Αθήνα και ίδρυσε ιδιωτική χειρουργική γυναικολογική και μαιευτική κλινική δυναμικότητας 40 κλινών.

Κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους υπηρέτησε στον Ελληνικό Στρατό, αρχικά ως έφεδρος χειρουργός ιατρός στο Γ΄ Στρατιωτικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης και κατόπιν στο χειρουργείο της Σκάλας Σταυρού. Το 1913, με το τέλος του πολέμου, επέστρεψε στην Αθήνα και παραχώρησε την ιδιωτική κλινική του για τη δωρεάν περίθαλψη 50 τραυματιών αξιωματικών. Απολύθηκε από το Στρατό το 1916. Το 1922 επιστρατεύθηκε ξανά για να υπηρετήσει στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο Αθηνών. Για την προσφορά του τιμήθηκε με πολεμικά μετάλλια και με το παράσημο του Αργυρού Σταυρού του Σωτήρα.
Ιατρική καριέρα
Το 1922 ανέλαβε την έδρα της Γυναικολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Από τη θέση αυτή ανέπτυξε αξιόλογη επιστημονική δραστηριότητα και συνέβαλε στην ίδρυση νέων νοσοκομειακών ιδρυμάτων, μεταξύ των οποίων και το πρώτο Αντικαρκινικό Ινστιτούτο το 1924 στο Αρεταίειο με δωρεά του Ζαχάρωφ.

Διετέλεσε κοσμήτορας της Ιατρικής Σχολής (1928–1929), και αργότερα πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών (1932–1933). Επί πρυτανείας του εγκαινιάστηκαν τα Εργαστήρια της Ιατρικής Σχολής στο Γουδί. Την ίδια εποχή εγκαινιάστηκαν πανεπιστημιακές κλινικές στα νοσοκομεία Λαϊκό και Ιπποκράτειο, και θεμελιώθηκε το Δημόσιο Μαιευτήριο Αθηνών, το μετέπειτα «Αλεξάνδρα».

Συνέγραψε πολλές επιστημονικές εργασίες καθώς και ένα ιατρικό εγχειρίδιο Γυναικολογίας στα γερμανικά. Ανέδειξε πολλούς νέους γιατρούς, μεταξύ των οποίων και ο μετέπειτα βουλευτής της ΕΔΑ Γρηγόρης Λαμπράκης.
Λέγεται επίσης ότι ήταν πλούσιος ιδιοκτήτης πολλών ακινήτων στην περιοχή της Αθήνας. Γενικά ήταν από τα υψηλά μέλη της αθηναϊκής κοινωνίας: μέλος μασονικής στοάς[1], ιδρυτικό στέλεχος του Ναυτικού Ομίλου Αθηνών, από τους ιδρυτές της Κοινότητας Καλαμακίου κ.λπ.Ήταν νυμφευμένος με την ανιψιά του Γερμανού Στρατάρχη Βίλχελμ Λιστ[2] και λίγο πριν την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, έγινε πρόεδρος του Ελληνογερμανικού Συνδέσμου.

Κατοχική κυβέρνηση
Στις 27 Απριλίου 1941, με την είσοδο του γερμανικού στρατού στην Αθήνα, ο γερμανόφιλος Λογοθετόπουλος ήταν από τους πρώτους που έτρεξαν να συγχαρούν το γερμανό πρέσβη για την «επιτυχία» της χώρας του. Λίγες ημέρες αργότερα διορίσθηκε αντιπρόεδρος και υπουργός Προνοίας και Παιδείας στην πρώτη κατοχική κυβέρνηση του Γεωργίου Τσολάκογλου. Τον επόμενο χρόνο, ενώ η Ελλάδα υπέφερε τα πάνδεινα, ίδρυσε την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Στα τέλη του 1942 διορίστηκε πρωθυπουργός της ναζιστικής «Ελληνικής Πολιτείας». Η κυβέρνησή του ανέλαβε να επιστρατεύσει έλληνες που θα πολεμούσαν ως εθελοντές στο Ανατολικό Μέτωπο ή θα εργάζονταν σε γερμανικά εργοστάσια, αλλά και τα δύο σχέδια απέτυχαν χάρη στη λαϊκή κατακραυγή. Τελικά η θητεία του διήρκεσε μόλις τέσσερις μήνες, αφού τον Απρίλιο του 1943 οι γερμανοί τον αντικατέστησαν με τον Ιωάννη Ράλλη, επιθυμώντας έναν πιο δυναμικό πρωθυπουργό για την αντιμετώπιση του αναδυόμενου ΕΑΜ. Στα απομνημονεύματά του ο Λογοθετόπουλος αξιοποιεί την «απόλυσή» του για να σώσει την υστεροφημία του, υποστηρίζοντας ότι ο πραγματικός λόγος της ήταν οι διαρκείς αντιρρήσεις που έφερνε στους κατακτητές.

Δίκη, αμνήστευση και θάνατοςΜε την αποχώρηση των δυνάμεων κατοχής το φθινόπωρο του 1944, ο Λογοθετόπουλος διέφυγε στη Γερμανία και εκεί τελικά παραδόθηκε στον Αμερικανικό Στρατό. Το 1945 καταδικάστηκε ερήμην από το Ειδικό Δικαστήριο Δωσιλόγων σε ισόβια κάθειρξη, για τη συνεργασία του με το στρατό κατοχής.

Το 1946 μεταφέρθηκε με αμερικανικό μεταγωγικό αεροπλάνο στη Θεσσαλονίκη και παραδόθηκε στις ελληνικές αρχές, οι οποίες τον οδήγησαν στη φυλακή για να εκτίσει την ποινή του. Όμως το 1951 του απενεμήθη χάρη και έτσι πέθανε εκτός φυλακής, στιγματισμένος και περιφρονημένος, δέκα χρόνια αργότερα. Όπως και οι άλλοι δύο κατοχικοί πρωθυπουργοί, έτσι και ο Λογοθετόπουλος παρουσίασε την απολογία του σε βιβλίο με τίτλο «Ιδού η αλήθεια» (Αθήναι 1948, 207 σελίδες).

Σήμερα θεωρείται ως μία από τις εξέχουσες μορφές της Ιατρικής στον ελλαδικό χώρο, ωστόσο η επιστημονική προσφορά του σκιάζεται από την πολιτική δράση του. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι εκτός από πρωθυπουργός της δωσιλογικής κυβέρνησης ήταν και ιδεολογικά ναζιστής, έχοντας αρθρογραφήσει σχετικά σε κατοχικά έντυπα. Κατηγορείται επίσης ότι έκλεισε τα μάτια απέναντι στα σχέδια των κατακτητών για εξολόθρευση των ελλήνων Εβραίων, παρά τις εκκλήσεις του Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού και άλλων δημοσίων προσώπων

Ιωάννης Ράλλης Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Ο Ιωάννης Δ. Ράλλης (Αθήνα, 1878 – Αθήνα, 26 Οκτωβρίου 1946) ήταν Έλληνας πολιτικός, Μακεδονομάχος, αλλά και συνεργάτης και πρωθυπουργός της δωσίλογης κυβέρνησης των γερμανικών κατοχικών δυνάμεων από τις 7 Απριλίου του 1943 μέχρι τις 12 Οκτωβρίου του 1944.
Βιογραφία
Ο Ιωάννης Ράλλης ήταν γιος του Δημητρίου Ράλλη, διακεκριμένου Αθηναίου πολιτικού και πρωθυπουργού της χώρας με ρίζες από την Κωνσταντινούπολη.

Γεννήθηκε στην Αθήνα όπου και σπούδασε νομικά συμπληρώνοντας τις σπουδές του στην Γαλλία και την Γερμανία, για να επιδοθεί στην συνέχεια στην δικηγορία.

Η πρώτη σημαντική ανάμειξη του Ιωάννη Ράλλη στα κοινά της Ελλάδας έγινε την άνοιξη του 1904, όταν, μαζί με τον Δημήτρη Καλαποθάκη, τον Στέφανο Δραγούμη, τον Πέτρο Σαρόγλου, τον Παύλο Μελά και άλλους, δημιούργησε το Μυστικό Ελληνικό Μακεδονικό Κομιτάτο για την δημιουργία αντάρτικου στην υπό οθωμανική κατοχή Μακεδονία. Το 1906 αναμείχθηκε στη πολιτική και εξελέγη πρώτα βουλευτής Μεγάρων, επανεκλεγείς έκτοτε σε όλες σχεδόν τις μέχρι τού 1936 εκλογές βουλευτής, άλλοτε Αττικής και άλλοτε Αθηνών. Υπουργός ανέλαβε για πρώτη φορά το 1920 (επί κυβερνήσεως Δημητρίου Ράλλη) το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και προσωρινά το Υπουργείο Ναυτικών. Αργότερα, πολιτεύθηκε με το φιλοβασιλικό Λαϊκό Κόμμα και, επί κυβέρνησης Παναγή Τσαλδάρη, κατέλαβε για λίγους μήνες το Υπουργείο Εξωτερικών και μετά τις εκλογές του Μαρτίου 1933 το Υπουργείο Εσωτερικών και Αεροπορίας (Μάρτιος – Αύγουστος 1933). Μετά από διαφωνία του με τον Τσαλδάρη, παραιτήθηκε από την κυβέρνηση. Στις εκλογές όμως τού 1935 απέτυχε να εκλεγεί, οπότε μαζί με τον Ιωάννη Μεταξά και τον Γεώργιο Στράτο κατήλθαν σε εκλογές με το σύνθημα της επαναφοράς της Βασιλευόμενης Δημοκρατίας. Στις εκλογές του 1936 ηγήθηκε ιδίας ομάδας που αντιπροσωπεύθηκε στην Βουλή από 8 βουλευτές.

Κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής, τον Απρίλιο του 1943 ο Ιωάννης Ράλλης ανέλαβε πρωθυπουργός της διορισμένης κυβέρνησης της ναζιστικής «Ελληνικής Πολιτείας», προκαλώντας — καθώς λέγεται — ακόμα και την οργή του γιου του, Γεωργίου. Ως κατοχικός πρωθυπουργός, ο Ιωάννης Ράλλης οργάνωσε τα Τάγματα Ασφαλείας, για την άμυνα της υπαίθρου και την αντιμετώπιση των ενόπλων κομουνιστών του ΕΑΜ και των άλλων αντιστασιακών ομάδων. Ο ίδιος εκτιμούσε ότι τελικά θα επικρατούσαν οι Σύμμαχοι, αλλά πίστευε πως μόνον με τη δημιουργία των Ταγμάτων Ασφαλείας και υπό την καθοδήγηση της Βέρμαχτ θα αποτρεπόταν προσωρινά η επικράτηση των κομμουνιστών στην Ελλάδα, όπως και συνέβη συγκεκριμένα στα Ψαχνά Ευβοίας.

Τα Τάγματα Ασφαλείας ήταν υπό τις απόλυτες διαταγές των Γερμανών κατακτητών, όπως και όλες οι υπηρεσίες του κρατικού μηχανισμού της χώρας. Όμως, υπό το πρόσχημα της αποτροπής του κινδύνου του κομμουνισμού, τα Τάγματα Ασφαλείας συμμετείχαν σε πάμπολλες εγκληματικές ενέργειες και έγιναν ιδιαιτέρως μισητά από την πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Τα μέλη των Ταγμάτων Ασφαλείας έφεραν στολή Μακεδονομάχου, και γι” αυτό έγιναν γνωστοί ως «Γερμανοτσολιάδες» ή «Ράλληδες».
Με την απελευθέρωση, ο Ιωάννης Ράλλης συνελήφθη και δικάστηκε για εθνική αναξιότητα (προδοσία) . Στην δίκη του, (Φεβρουάριος 1945) συνήγοροί του ήταν ο γιος του και μετέπειτα πρωθυπουργός της Ελλάδας, Γεώργιος Ράλλης, και ο Μιλτιάδης Βαρβιτσιώτης, πατέρας του μετέπειτα πολιτικού Ιωάννη Βαρβιτσιώτη. Κατά τη διάρκεια της δίκης, οι συνήγοροι ισχυρίσθηκαν ότι «ο Ιωάννης Ράλλης προσέφερε τεράστιες εθνικές υπηρεσίες κατά την κατοχή ενόσω ήταν πρωθυπουργός με το να αποσοβήσει τον λιμό των Ελλήνων, δίδοντας καθημερινά ένα μισθό, ενώ έσωσε επίσης πολλούς πατριώτες από το εκτελεστικό απόσπασμα των Γερμανών και ακόμη διευκολύνοντας τη διαφυγή πολλών πολιτικών και σημαινόντων πολιτών στη Μέση Ανατολή». Ωστόσο, το προεδρείο δεν πείστηκε και τελικά, ο Ιωάννης Ράλλης καταδικάστηκε σε ισόβια δεσμά.

Πέθανε από καρκίνο του πνεύμονα, στη φυλακή, στις 26 Οκτωβρίου του 1946. Έναν χρόνο μετά, ο γιος του εξέδωσε ένα βιβλίο απολογητικό για τις επιλογές του πατέρα του (Γεώργιος Ράλλης, Ο Ιωάννης Δ. Ράλλης ομιλεί εκ του τάφου, Αθήνα 1947).

Οι Ελληνες κουΐσλιγκ – Γεώργιος Τσολάκογλου – Απομνημονεύματα, 1959

Η ΔΙΚΗ ΤΩΝ ΔΩΣΙΛΟΓΩΝ
Τὴν προσεχῆ Παρασκευὴ 28 Ὀκτωβρίου, τὴν ἐπέτειο τοῦ μεγάλου ΟΧΙ, ὁ Δημήτρης Καζάκης καὶ ὁ Μάνος Κακλαμάνος θὰ παρουσιάσουν ἐκτάκτως στὸ Ράδιο 9 (98.9FM ἢ radio9.gr), ἀπὸ τὶς 10.00 ἔως τὶς 12.00 π.μ., τὴν δίκη τῶν δωσιλόγων κατὰ τὴν περίοδο τῆς Γερμανικῆς Κατοχῆς, μία ὑπόθεση τὴν ὁποία πρῶτος ἀναψηλάφησε ὁ δημοσιογράφος Στέφανος Χῖος στὴν τηλεοπτικὴ ἐκπομπὴ τοῦ καναλιοῦ «Κόντρα», «Μακελειό» (8 Μαΐου 2011).

Ἡ ἱστορική μας πληροφόρηση γιὰ τὴν περίοδο αὐτὴ εἶναι ἐλλιπής. Λίγοι νεοέλληνες γνωρίζουν ὅτι οἱ κατοχικοὶ «Πρωθυπουργοὶ» Γεώργιος Τσολάκογλου, Ἰωάννης Ράλλης καὶ Κωνσταντῖνος Λογοθετόπουλος, ὅπως ἐπίσης καὶ ἄλλοι συνεργάτες τῶν κατακτητῶν, ὅπως λ.χ. ὁ παρανοϊκὸς στρατηγὸς Θεόδωρος Πάγκαλος ὁ πρεσβύτερος (1878-1952) ἢ ὁ γιατρός -ὁ λεγόμενος καὶ «Ἕλλην Μένγκελε»- Νικόλαος Χριστοφοράκος καταδικάστηκαν καὶ ἐν τέλει ἐξέτισαν πολυετεῖς ποινὲς φυλάκισης. Ἀκόμη λιγότεροι ὅμως γνωρίζουν ὅτι ὁ πρ. Πρωθυπουργὸς Γεώργιος Ράλλης, ὁ νῦν Ἀντιπρόεδρος τῆς κυβέρνησης Θεόδωρος Πάγκαλος (κατὰ τραγικὴ σύμπτωση ἐπίσης δωσιλογικῆς) καὶ ὁ τ. Διευθύνων Σύμβουλος τῆς περιβόητης Siemens, Μιχάλης Χριστοφοράκος, ὑπῆρξαν «ἐκλεκτοὶ γόνοι» τῶν προαναφερθέντων.

Ὁ πρῶτος δωσίλογος «Πρωθυπουργός», ὁ ἀντιστράτηγος Γ. Τσολάκογλου (1886-1948), ὁ ὁποῖος ὑπέγραψε τὴν συνθηκολόγηση μὲ τὸν Γερμανὸ στρατηγὸ Φὸν Γκράιφενμπεργκ, τὴν 21η Ἀπριλίου τοῦ 1941, προσήχθη στὸ Εἰδικὸ Δικαστήριο μὲ τὴν κατηγορία τῆς ἐσχάτης προδοσίας, ἐπειδὴ συνθηκολόγησε «ἐν ἀνοικτῷ πεδίῳ», δηλαδὴ ἐνῷ ὁ στρατός μας μαχόταν ἡρωικῶς στὶς λεγόμενες μάχες τῶν ὀχυρῶν ἢ ὅπως ἀκριβῶς ἐγράφη «πρὶν ἡ ὑπ” αὐτὸν στρατιωτικὴ δύναμις ἐκπληρώσῃ πᾶν ὅ,τι, τὸ στρατιωτικὸ καθῆκον ἐπιβάλλει». Τὴν 31η Μαΐου τοῦ 1945 καταδικάσθηκε εἰς θάνατον, ποινὴ ἡ ὁποία μετετράπη ἀπ” τὸ Συμβούλιο Χαρίτων σὲ ἰσόβια κάθειρξη. Γιὰ νὰ μὴν τὸν ἀδικοῦμε κι ἐπειδὴ πολλοὶ φίλοι παραλληλίζουν τὸν Γ. Τσολάκογλου μὲ τὸν σημερινὸ δωσίλογο συνάδελφό του, θὰ τοὺς ὑπενθυμίσουμε, ὅτι ὁ πρῶτος κατοχικὸς «Πρωθυπουργὸς» ἀρνήθηκε νὰ ἀποδεχθῇ γερμανικὸ δάνειο μὲ ἐπαχθεῖς ὅρους, τὴν ταὐτόχρονη παραίτηση ἀπ” τὴν ἐθνικὴ κυριαρχία καὶ τὸν χωρισμὸ τῆς Ἑλλάδας σὲ τρεῖς οἰκονομικὲς ζῶνες, τὰ ὁποῖα καὶ ἐπικαλέστηκε στὸ Εἰδικὸ Δικαστήριο ὡς ἐλαφρυντικά… Τὰ Ἀπομνημονεύματά του δημοσιεύθηκαν στὴν ἐφ. Ἀκρόπολις (1959) μὲ τὴν ἐπιμέλεια τῆς συζύγου του. Δικαιολογῶντας τήν, ἐπαίσχυντη γιὰ Ἕλληνα στρατιωτικό, συνθηκολόγηση, γράφει: «εὑρέθην ἀντιμέτωπος ἱστορικοῦ διλήμματος· ἢ νὰ ἀφήσω νὰ συνεχισθῇ ὁ ἀγὼν καὶ νὰ γίνῃ ὁλοκαύτωμα ἢ ὑπείκων εἰς τὰς παρακλήσεις ὅλων τῶν ἡγητόρων τοῦ στρατοῦ, νὰ ἀναλάβω τὴν πρωτοβουλίαν τῆς συνθηκολογήσεως … Τολμήσας, δὲν ὑπελόγισα εὐθύνες … Μέχρι σήμερα δὲν μετενόησα διὰ τὸ τόλμημά μου. Τοὐναντίον αἰσθάνομαι ὑπερηφάνειαν».

Ὁ διακεκριμένος καθηγητὴς τῆς Ἰατρικῆς Κ. Λογοθετόπουλος (1878-1961) καὶ Ἀντιπρόεδρος τῆς κυβέρνησης Τσολάκογλου, διεδέχθη τὸν τελευταῖο στὴν «πρωθυπουργία» (1942). Ἡ θητεία του διήρκησε μόλις τέσσερις μῆνες καὶ ἀπελύθη ἀπ” τοὺς κατακτητὲς λόγῳ τῶν λαϊκῶν ἀντιδράσεων ποὺ προκάλεσε ἡ ἐπιμονή του νὰ δημιουργηθῇ ἑλληνικὸ ἐκστρατευτικὸ σῶμα γιὰ τὸ Ἀνατολικὸ Μέτωπο. Πρὶν τὴν ἀπελευθέρωση μετέβη στὴν Γερμανία, ὅπου μετὰ τὴν κατάρρευση τοῦ Ναζισμοῦ, παραδόθηκε στοὺς Ἀμερικανούς. Μετὰ τὸν μεγάλο πόλεμο ἐκδόθηκε στὴν χώρα μας (1946). Ἐν τῷ μεταξὺ εἶχε καταδικασθῆ ἐρήμην, σὲ ἰσόβια κάθειρξη στὸ Εἰδικὸ Δικαστήριο (1945). Τὸ 1951 τοῦ ἀπονεμήθηκε χάρη καὶ ἀποφυλακίστηκε, πεθαίνοντας ἀτιμασμένος σὰν τὸν «ἄνανδρο» Ἀριστόδημο τῶν Θερμοπυλῶν, ἂν καὶ στὸν τελευταῖο δόθηκε ἡ εὐκαιρία τῆς ἐξιλέωσης στὶς Πλαταιές. Τρία χρόνια πρίν (1948) συνέγραψε τὴν ἀπολογία του: Ἰδοὺ ἡ ἀλήθεια, ἀναζητῶντας ἐλαφρυντικά…

Ὁ Ἰ. Ράλλης (1878-1946) διωρίσθηκε «Πρωθυπουργὸς» ἀπ” τὶς γερμανικὲς δυνάμεις Κατοχῆς (Ἀπρίλιος 1943-Ἀπελευθέρωση) καὶ ὠργάνωσε τὰ Τάγματα Ἀσφαλείας, τοὺς λεγόμενους καὶ «Ράλληδες», «διὰ τὴν προστασίαν τῆς ὑπαίθρου ἀπὸ τοὺς Ἐαμοκομμουνιστάς». Δικάσθηκε ἐπὶ «ἐθνικῇ ἀναξιότητι» καὶ καταδικάσθηκε σὲ ἰσόβια δεσμά. Πέθανε στὴν φυλακὴ στὶς 26 Ὀκτωβρίου 1946. Ὁ πρ. Πρωθυπουργὸς Γ. Ράλλης (1980-81) συνέγραψε τὸ βιβλίο: Ὁ Ἰωάννης Ράλλης ὁμιλεῖ ἐκ τοῦ τάφου, ὑπερασπιζόμενος τὴν μνήμη τοῦ πατέρα του (1947).

Ὁ Θ. Πάγκαλος συνελήφθη ὡς δωσίλογος καὶ καταδικάσθηκε σὲ πολυετῆ ποινὴ φυλάκισης. Ἐξέτισε μόνο ποινὴ 40 ἡμερῶν, ἀφοῦ ἀπηλλάγη μὲ βούλευμα ποὺ ἐξέδωσε ἡ κυβέρνηση τοῦ Γ. Παπανδρέου τοῦ πρεσβυτέρου… Τέλος, ὁ Ν. Χριστοφοράκος ἀθωώθηκε λόγῳ ἀμφιβολιῶν παρὰ τὸ ὅτι ἀναγνωρίστηκε ὡς ὁ συνεργάτης τῆς γερμανικῆς διοίκησης ποὺ κατέδιδε τοὺς Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι προμήθευαν μὲ φαρμακευτικὸ ὑλικὸ τοὺς ἔχοντες ἀνάγκη.

Ἐπειδὴ ὁ λαός μας χαρακτηρίζεται ἀπὸ «κοντὴ» μνήμη, ξεχνᾷ δηλαδὴ πολὺ γρήγορα καὶ συγχωρεῖ ἀκόμη καὶ τὴν προδοσία λόγῳ τῆς μεγαλοθυμίας του, καλὸ εἶναι νὰ θυμίσουμε κάποιες λησμονημένες ὑποθέσεις καὶ νὰ ὑποδείξουμε ποιοὶ τὸν διέβαλλαν στὰ διεθνῆ «φόρα» ποὺ ἐπισκέπτονταν μὲ τὰ χρήματά του, ἀποκαλῶντας τον διαφθαρμένο, ποιοὶ ὑπέγραψαν τὰ νέα ἐπαίσχυντα δάνεια, ποιοὶ ἀρνοῦνταν καὶ ἀρνοῦνται ἀκόμη νὰ ζητήσουν τὶς γερμανικὲς πολεμικὲς ἐπανορθώσεις καὶ γιατί, ἀλλὰ καὶ μὲ ποιὸν τρόπο περιέκοψαν τὶς ἀναγκαῖες κοινωνικὲς δαπάνες, ποιοὶ ἐστέρησαν ἀπ” τὰ Ἑλληνόπουλα τὰ σχολικὰ βιβλία καὶ ἀπὸ τοὺς ἐργαζόμενους μισθοὺς καὶ συντάξεις, ποιοὶ ἐξακόντισαν τὸ ποσοστὸ ἀνεργίας στὴν χώρα μας σὲ πρωτοφανὲς ὕψος. Ὁ Δημήτρης Καζάκης θὰ μᾶς βοηθήσῃ, νὰ τονώσουμε τὴν ἱστορική μας μνήμη· ἐμεῖς πρέπει νὰ εἴμαστε πανέτοιμοι νὰ ὑποδείξουμε στοὺς νεο-δωσιλόγους, ὅτι ἡ ὥρα τῆς μεγάλης κρίσεως πλησιάζει καὶ συντόμως θὰ κληθοῦν νὰ δώσουν λόγο. Στὸ Εἰδικὸ Δικαστήριο ποὺ θὰ προσαχθοῦν ὡς κατηγορούμενοι ἐπὶ ἐθνικῇ ἀναξιότητι (6η Συντακτικὴ Πράξη τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1945) δύσκολα θὰ ὑπάρξουν ἐλαφρυντικὰ καὶ βεβαίως θὰ μᾶς δοθῇ μία πρώτης τάξεως εὐκαιρία νὰ θυμηθοῦμε τὴν ντροπιαστικὴ νύχτα τῶν Ὑμίων (καὶ τοὺς τρεῖς νεκρούς), τὴν ἐπίσης ἐπαίσχυντη παράδοση τοῦ Ἀμπντ. Ὀγκτσαλὰν καὶ ἄλλες λησμονημένες ὑποθέσεις. Ἂς προετοιμάζωνται …

Βιβλιογραφία
Βικιπαιδεία (ἠλεκτρ. ἐγκυκλοπαίδεια), Γ. Τσολάκογλου, Κ. Λογοθετόπουλος καὶ Ἰ. Ράλλης.
Ἡλιαδάκη Μ. Τάσου, Οἱ ἐπανορθώσεις καὶ τὸ γερμανικὸ κατοχικὸ δάνειο, ἐκδ. Δετοράκη, 1997.
Μαζάουερ Μάρκ, Στὴν Ἑλλάδα τοῦ Χίτλερ, ἐκδ. Ἀλεξάνδρεια, 1994.
Ὀλυμπιάς (olympia.gr), Παιδιὰ δωσιλόγων οἱ «προοδευτικοὶ» τοῦ Μνημονίου.

Προπαγάνδα υπέρ του εχθρού

Νικόλαος Χριστοφοράκος, πατέρας του Μιχάλη (κέντρο), και Κωνσταντίνος
Λογοθετόπουλος, κατοχικός πρωθυπουργός (δεξιά), στη δίκη των δωσιλόγων.
«…Η Συντακτική Πράξη 6/45 παρέπεμπε σε Ειδικά Δικαστήρια Δωσίλογων όσους σχημάτισαν κυβέρνηση, διετέλεσαν υπουργοί ή υφυπουργοί ή διευκόλυναν τις αρχές Κατοχής κατέχοντας δημόσιο αξίωμα (στρατιωτικό, αστοδιοικητικό, δικαστικό, δημοσιοϋπαλληλικό κ.ά.), όσους ανέλαβαν υπηρεσία στις δυνάμεις Κατοχής ενεργώντας εναντίον του ελληνικού λαού και διευκολύνοντας το έργο του εχθρού, όσους έκαναν συνειδητά προπαγάνδα υπέρ του κατακτητή, όσους κατέδωσαν στον εχθρό Έλληνες ή ξένους υπηκόους που συμμετείχαν στον συμμαχικό αγώνα ή προέβησαν σε πράξεις βίας με τη σύμπραξη ή μη των αρχών Κατοχής, όσους παρείχαν συστηματικά πληροφορίες στον εχθρό ή παρεμπόδιζαν με οιονδήποτε τρόπο τον συμμαχικό αγώνα ή διετέλεσαν αρχηγοί ή επικεφαλής κινήσεων που στρέφονταν κατά της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας και, τέλος, όσους συνεργάστηκαν οικονομικά με τις δυνάμεις Κατοχής προκαλώντας ζημία στον ελληνικό λαό ή υποβοηθώντας την πολεμική προσπάθεια του εχθρού ή συγκεντρώνοντας μεγάλα οικονομικά ποσά («μαυραγορίτες») ή άλλα οφέλη σε βάρος Ελλήνων πολιτών ή πολιτών συμμαχικού κράτους (άρθρο 1 Συντακτικής Πράξης 6/45). Οι ποινές των ενόχων για τις παραπάνω πράξεις κυμαίνονταν – ανάλογα με την ιδιότητα ή τη θέση του καταδικασθέντος και τη σοβαρότητα των αποτελεσμάτων που επέφεραν οι πράξεις του – από την ποινή του θανάτου ώς την ποινή της ειρκτής… »
~ Γιάννης Ράγκος, «Οι δίκες των δωσίλογων της Κατοχής», Περιοδικό Ιστορία, τ.78, Εκδόσεις Πάπυρος
Το κατηγορητήριο κατά των τριών κατοχικών πρωθυπουργών Γεωργίου Τσολάκογλου, Κωνσταντίνου Λογοθετόπουλου και Ιωάννη Ράλλη, το οποίο τους παρέπεμψε στο Ειδικό Δικαστήριο Δωσιλόγων, περιλάμβανε κατηγορίες όπως εθνική αναξιότητα (προδοσία), διευκόλυνση του έργου του εχθρού και προπαγάνδα υπέρ του εχθρού.

Στις 31 Μαϊου 1945 το Ειδικό Δικαστήριο Δωσιλόγων έκρινε τους τρεις αυτούς δωσίλογους πρωθυπουργούς ένοχους και καταδίκασε τον πρώτο σε θάνατο και τους υπόλοιπους σε ισόβια κάθειρξη. Το Συμβούλιο Χαρίτων μετέτρεψε στη συνέχεια την ποινή του Τσολάκογλου σε ισόβια κάθειρξη.

Από όλα για όσα καταδικάστηκαν οι δωσίλογοι, η κατηγορία της προπαγάνδας υπέρ του εχθρού αποτελούσε μια από τις βασικές κατηγορίες της Συντακτικής Πράξης 6/45 καθώς αναγνώριζε πως η ζημιά που αυτή η πράξη επέφερε στην ελληνική κοινωνία ήταν ιδιαίτερα μεγάλη. Στην πραγματικότητα η κατηγορία της προπαγάνδας υπέρ του εχθρού αποτελεί μια από τις τρεις μεγάλες κατηγορίες που απεδόθησαν στους δωσίλογους συνεργάτες των Γερμανών.

Παρέμβαση ξένων δυνάμεων

και δοσιλογισμός…
«μόνη… η ανάληψις της Κυβερνήσεως [προς διευκόλυνση και υπό τις εντολές των δυνάμεων κατοχής] αποτελεί τυπικόν αδίκημα χωρίς ουδεμία ν’ απαιτείται απόδειξις δόλου»
πηγή

Με τη Συνταχτική Πράξη υπ’ αρίθμ. 6 της 20.1.1945 της κυβέρνησης Πλαστήρα,που έμεινε γνωστή στην ιστορία ως «Νόμος περί δωσιλόγων», συγκροτήθηκε το Ειδικό Δικαστήριο και το Κατηγορητήριο που δίκασε και καταδίκασε του δωσίλογους πρωθυπουργούς της….
κατοχής και τα τσιράκια τους. Στην Αιτιολογική Έκθεση αυτής της Συνταχτικής Πράξης αναφέρεται ότι και «μόνη… η ανάληψις της Κυβερνήσεως [προς διευκόλυνση και υπό τις εντολές των δυνάμεων κατοχής] αποτελεί τυπικόν αδίκημα χωρίς ουδεμία ν’ απαιτείται απόδειξις δόλου».Με άλλα λόγια, και μόνο η συγκρότηση κυβέρνησης υπό τις εντολές ξένων δυνάμεων και προς διευκόλυνση των δικών τους συμφερόντων εναντίον της χώρας και του λαού της, θεωρείται πράξη δωσιλογισμού και εθνικής προδοσίας χωρίς καν να χρειάζεται οποιαδήποτε απόδειξη δόλου ή προθέσεων. Δηλαδή, από τη στιγμή που κάποιος συμμετέχει ή στηρίζει μια δοτή κυβέρνηση υπό καθεστώς εκβιασμού ξένων δυνάμεων, τότε μπορεί να δικαστεί ως δωσίλογος ή εθνοπροδότης ανεξάρτητα με το τι νομίζει ο ίδιος για την πράξη του αυτή ή τι θεωρεί ότι εξυπηρετούσε.H δίκη του 1945Αυτά βέβαια ίσχυαν με βάση τον μετακατοχικό «Νόμο περί δωσιλόγων». Για την ιστορία, θα πρέπει να πούμε ότι, με βάση αυτήν τη Συνταχτική Πράξη, συγκροτήθηκε τελικά το Ειδικό Δικαστήριο που δίκασε του δωσίλογους της ναζιστικής κατοχής. Η δίκη τους διήρκεσε από την 21η Φεβρουαρίου 1945 έως την 31η Μαΐου ίδιου έτους, οπότε και εκδόθηκε η σχετική απόφαση «περί επιβολής κυρώσεων κατά των συνεργασθέντων μετά του εχθρού». Η απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου κηρύσσει ένοχους τους παρακάτω για το συγκεκριμένο αδίκημα: «1)Γ. Τσολάκογλου, 2) Κ. Λογοθετόπουλον, 3) Ι. Ράλλην, 4) Π. Δεμέστιχαν, 5)Δ. Πολύζον, 6) Σ. Γκοτζαμάνην, 7) Ἕκτορα Τσιρονίκον καί 8) Ι. Πασσαδακήν τοῦ ὅτι ἐν Ἀθήναις καί κατά τάς κατωτέρω ἀναφερόμενας χρονολογίας, καθ’ ἄς οἱ μέν τρεῖς πρῶτοι ἤσαν Πρωθυπουργοί, οἱ δέ λοιποί Ὑπουργοί καί διακεκριμένως ἕκαστος τούτων ἐγένετο συνειδητόν ὄργανον τοῦ ἐχθροῦ πρός διάδοσιν τῆς προπαγάνδας του, ἐξαίρων τό ἔργον τοῦ κατακτητοῦ καί προκαλῶν τήν ἠττοπάθειαν παρά τῷ Ἑλληνικῶ Λαῶ καί τήν περιφρόνησιν τοῦ Ἐθνικοῦ καί συμμαχικοῦ ἀγῶνος». Καταδικάστηκαν, δηλαδή, γιατί λειτούργησαν ως όργανα των κατακτητών, προωθώντας το έργο τους και προκαλώντας την ηττοπάθεια στον ελληνικό λαό.

Ο πρώτος νόμος για τη δίωξη των δοσιλόγων θεσπίστηκε από την κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου, πριν τα Δεκεμβριανά, αλλά αντικαταστάθηκε με τον πολύ αυστηρότερο νόμο της κυβέρνησης Πλαστήρα, στις 23 Ιανουαρίου 1945. Ο νόμος αυτός καθόριζε ότι η ευθύνη των κατοχικών κυβερνήσεων υφίστατο και χωρίς να αποδειχθεί ο δόλος για την προδοσία της πατρίδας. Προβλέφτηκαν ειδικά δικαστήρια, στα οποία την πλειοψηφία είχαν τακτικοί δικαστές.
Από τις αρχές του 1945 άρχισε η αθρόα παραπομπή των κατηγορουμένων:
Όσοι ήταν μέλη των κατοχικών κυβερνήσεων
Όσοι κατείχαν δημόσια θέση και έγιναν συνειδητά όργανα του εχθρού
Όσοι συμμετείχαν συνειδητά στη μετάδοση της προπαγάνδας του εχθρού
Όσοι ενήργησαν πιεστικά κατά του λαού
Οι καταδότες Ελλήνων ή ξένων υπηκόων και όσοι άσκησαν πράξεις βίας εναντίον Ελλήνων οι οποίοι δρούσαν κατά του εχθρού
Οι πληροφοριοδότες του εχθρού ή όσοι παρεμπόδισαν ελληνικές ή συμμαχικές προσπάθειες κατά του εχθρού
Όσοι υπήρξαν αρχηγοί ή οδηγοί κίνησης η οποία έτεινε στην προσβολή της ακεραιότητας της χώρας
Οι οικονομικοί συνεργάτες του εχθρού, οι οποίοι προκάλεσαν ζημιά στον ελληνικό λαό ή σε Έλληνες πολίτες και βοήθησαν ουσιαστικά την πολεμική προσπάθεια του εχθρού.
Εκτός από τις συνήθεις ποινές, θεσπίστηκε και το ιδιώνυμο αδίκημα της εθνικής αναξιότητας, που επέσυρε ποινή φυλάκισης από 6 μήνες έως 5 χρόνια, καθώς και ισόβια στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων. Αυτό αφορούσε τους συνεργάτες του εχθρού, οι οποίοι δεν ενέπιπταν σε κάποια από τις περιπτώσεις που προέβλεπε ο νόμος.
*
Η πρώτη δίκη, όσων συμμετείχαν στις κατοχικές κυβερνήσεις, άρχισε στις 21 Φεβρουαρίου 1945, στο Εφετείο Αθηνών και η απόφαση εκδόθηκε τρεις μήνες μετά. Σημειώνει ο Σ. Γρηγοριάδης:
Το δικαστήριο όμως παρέκαμπτε το ακανθώδες θέμα των Ταγμάτων Ασφαλείας, αν και του αφιέρωσε πολλές σελίδες. Έκρινε ότι τα Τάγματα «δεν συνεκροτήθησαν επί σκοπώ προκλήσεως εμφυλίου πολέμου, αλλά προς εμπέδωσιν της διαταραχθείσης τάξεως». Αλλά αναγνώριζε ότι «εκ της συγκροτήσεως τούτων επεδίωξε να επωφεληθεί ο εχθρός». Απέφυγε πάντως να καταλογίσει ευθύνες μεταξύ των κατηγορουμένων, «επειδή δεν ησκήθησαν εις την προκειμένην δίκην ποινικαί αγωγαί εκ μέρους παθόντων ή συγγενών των εκ των Ταγμάτων Ασφαλείας».
Το δικαστήριο επέβαλε την ποινή του θανάτου για τον κατοχικό πρωθυπουργό Τσολάκογλου και άλλους δύο, ισόβια δεσμά στους κατοχικούς πρωθυπουργούς Ράλλη και Λογοθετόπουλο, ισόβια σε τρία ακόμη πρόσωπα, φυλάκιση 20 ετών σε δύο, φυλάκιση έντεκα ετών σε τρεις, και 5 ½ ετών σε πέντε κατηγορουμένους. Έξι κατηγορούμενοι απαλλάχτηκαν.
Η απόφαση θεωρήθηκε (και ήταν) εξαιρετικά επιεικής – και σε σύγκριση με ό,τι συνέβη σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, με παρόμοιο πρόβλημα. Αλλά, ακόμα χειρότερη ήταν η εξέλιξη των πραγμάτων. Σημειώνει ο Γρηγοριάδης:
Στην Ελλάδα δεν εκτελέστηκε κανείς από τους άνδρες αυτής της κατηγορίας (σημ: των «πολιτικών» δοσιλόγων). Και σε ελάχιστα χρόνια ήταν όλοι ελεύθεροι με διάφορα μέτρα επιείκειας.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το Δεκέμβρη του ’44 και για δυο μήνες περίπου, οι περισσότεροι από τους κατηγορουμένους δοσιλόγους είχαν μεταφερθεί στην Αίγυπτο, για λόγους ασφαλείας. Πράγματι, στις αρχές του Δεκέμβρη ο ΕΛΑΣ κατέλαβε τις φυλακές Αβέρωφ. Από τους 253 δοσίλογους που υπήρχαν εκεί απήγαγε τους 100 (πιθανολογείται μετά βεβαιότητος η τύχη τους) ενώ οι υπόλοιποι κατάφεραν να δραπετεύσουν. Μεταξύ των 100 ήταν και δυο κατοχικοί υπουργοί, ενώ ένας ακόμα εκτελέστηκε μέσα στην κατοχή (17 Ιανουαρίου 1943) ενώ έβγαινε από το σπίτι του.
Βιβλιογραφία
Τάκης Καμπύλης, Οι «άνθρωποι σκιές» του δωσιλογισμού

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_100023_04/11/2007_247424

Σόλων Γρηγοριάδης, Ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας 1941-1974, τόμος Β’, εκδ. Polaris.
Στάθης Καλύβας, Το ταμπού του «δωσιλογισμού»

http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=47&artid=177977&dt=24/12/2006

Ο Ιός, Οι Ταγματασφαλίτες δικαιώνονται

http://www.iospress.gr/ios2003/ios20031026a.htm

Άνεμος, Θεσσαλονίκη: η απελευθέρωση της πόλης και οι δοσίλογοι

http://naftilos.blogspot.com/2006/10/blog-post_30.html

Στάθης Καλύβας, Μεθοδολογικές προϋποθέσεις μελέτης του δωσιλογισμού

http://209.85.229.132/search?q=cache:Jax9caLIveoJ:stathis.research.yale.edu/documents/dosilogismos_000.pdf+%CE%B4%CF%89%CF%83%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82&cd=10&hl=el&ct=clnk