Τον Απρίλη του 1987, κυκλοφόρησε το πρώτο τεύχος ενός καινούργιου περιοδικού. Ανάμεσα στους τίτλους του εξωφύλλου: «Οι σεξουαλικές φαντασιώσεις των Ελλήνων»· «Οι μικρές αδυναμίες του Ανδρέα Παπανδρέου»·  «Το περιθώριο στην ΕΣΣΔ»· «Σεξ και διαφήμιση». Στο τέταρτο τεύχος, το περιοδικό έρχεται με δώρο ένα προφυλακτικό, και οι πωλήσεις εκτινάζονται. Τα υπόλοιπα είναι ιστορία, όπως συνηθίζεται να λέμε: ως το 1995, το περιοδικό είχε γεννήσει άλλα δύο, καθώς και δικό του ραδιοφωνικό σταθμό.

Μέρος της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης των Ελλήνων στην περίοδο αυτή –και βέβαια, η σεξουαλική τους διαπαιδαγώγηση ήταν κύριο κοινωνικό μέλημα, εμπλέκοντας, στον ρόλο του παιδαγωγού, και τον ίδιο τους τον πρωθυπουργό– ήταν το να πειστούν ότι ήταν, ως τότε, βαθιά, απελπιστικά άσχημοι ως λαός: οι άνδρες πλαδαροί, αγύμναστοι, υπερβολικά τριχωτοί, κακοντυμένοι·

οι γυναίκες χοντροκώλες, γεμάτες κυτταρίτιδα, με τριχοφυϊα γύρω απ’ τα χείλη που χρειαζόταν μπαρμπέρη, κοντές, και εξίσου κακοντυμένες.Κι έτσι, σε όλη την δεκαετία του 1990, οι Έλληνες και οι Ελληνίδες βάλθηκαν να γίνουν ομορφότεροι — πιο γυμνασμένοι, ψηλότεροι, κομψότεροι, πιο εκλεπτυσμένοι. Και, εν πολλοίς, έγιναν. Η χώρα γέμισε όμορφους ανθρώπους, και αυτοί, με τη σειρά τους, γέμισαν τα νέα κανάλια και περιοδικά, που ειδικεύονταν στο να πλασάρουν όμορφους ανθρώπους, των οποίων τα κεντρικά μελήματα και μέριμνες ήταν, βασικά, δύο: η ομορφιά τους και το σεξ (ως ψυχαναγκαστικό απωθημένο, φυσικά). Οι δύο αυτοί πυλώνες στήριξαν την έκρηξη του καταναλωτισμού την ίδια περίοδο, και έτσι αποκαλύφθηκε η επιχειρηματική ευφυία της προβολής της εξωτερικής ασχήμιας του νεοέλληνα: από μόνη της, η προτροπή στην «σεξουαλική απελευθέρωση» (με κάποιες δεκαετίες καθυστέρηση), δεν δημιουργεί έσοδα για αυτοκινητοβιομηχανίες, εταιρείες καλλυντικών, κέντρα αδυνατίσματος ή οίκους μόδας. Χρειάζεται συστηματική καλλιέργεια της αίσθησης μειονεξίας, ώστε η κατανάλωση να ιδωθεί ως μέσο αυτοαποζημίωσης για όσα στέρησε η φύση. Και κάπως έτσι μπήκαν τα θεμέλια για την νέα πολιτική οικονομία της χώρας, το πέρασμα απ’ τον εμποροαπατεώνα στον Λαυρέντη Λαυρεντιάδη. Το σπάσιμο της φούσκας στα ιριδίζοντα χρώματα της οποίας η χώρα είδε το μέλλον της έφερε τη σταδιακή εκδήλωση διαφορετικών τρόπων αντίδρασης, από την νεοαποκτημένη, αμερικανικού τύπου αισιοδοξία του «μπόρα είναι, θα περάσει», στην εξίσου αμερικανικού τύπου ανέξοδη εξιδανίκευση του απώτερου παρελθόντος, σύμφωνα με την οποία η ζωή υπό το βάρος της παγκόσμιας κρίσης του κεφαλαίου θα έμοιαζε αρκετά με το Πάσχα στο χωριό για κανένα τριήμερο. 

Όταν ξεθώριασαν αυτού του είδους οι ερμηνευτικές κατασκευές του τι συνέβαινε, ήρθε η μαζική αντίδραση εκνευρισμένων καταναλωτών που ήθελαν τα λεφτά τους πίσω γιατί η ταινία, τελικά, αποδείχτηκε φάβα. Αλλά, εν μέσω γκλομπ και δακρυγόνων, ο εκνευρισμός έδωσε εύκολα τη θέση του στον φόβο, και ο φόβος οδήγησε γρήγορα στην κατάθλιψη, την κατήφεια, και τον προσωπικό εγκλεισμό. Και ξαφνικά, το μόνο που μπορεί να βγάλει προς τα έξω αυτή η μεγάλη, αναμφίβολα, μάζα που ακολούθησε τους λαμπερούς δρόμους που σηματοδότησαν το ΚΛΙΚ, το ΠΑΣΟΚ και το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, είναι ασχήμια. Μιζέρια, απαξίωση, κυνισμός, υστερία, ισοπεδωτική αντίληψη και συμπεριφορά, εμμονή στη θέση του κατηγόρου των πάντων, χολερικότητα δίχως προοπτική, αρνητισμός, μίσος, ζηλοτυπία, έλλειψη στοιχειώδους αίσθησης ανθρωπιάς και αλληλεγγύης, περιφρόνηση, ακόμα και τώρα, για βασικές αξίες στη ζωή — ένα μείγμα συμπεριφοράς κακομαθημένου παιδιού που πιστεύει ότι θα ανατρέψει το σύμπαν κάνοντας μούτρα, και του ξινού, στριγγλίζοντος μικροαστισμού της εφιαλτικής γειτόνισσας του τρίτου. Είναι σαν όλη αυτή η από τα έξω ομορφιά να πληρώθηκε με το εφιαλτικό τίμημα ενός από τα μέσα τερατομορφισμού, μιας συσσωρευμένης ασχήμιας. Η πολιτική, το έχουμε πει πολλές φορές, δεν είναι ηθική. Όμως η πολιτική στάση απέναντι στα πράγματα προϋποθέτει, στο πιο θεμελιακό επίπεδο, ένα συγκεκριμένο ήθος. Οι πολιτικές επιλογές αντικατοπτρίζουν τον χαρακτήρα αυτού του ήθους, τις βασικές του συντεταγμένες. Και το κυρίαρχο ήθος, αυτό που συνεχίζει να καθυπαγορεύει τις βασικές πολιτικές επιλογές, είναι η στάση  του ανθρώπου που θεωρεί ότι έχει κάθε δικαίωμα να βρίσκεται καβάλα στο άλογο της ιστορίας χωρίς να αλλάξει το παραμικρό στον τρόπο σκέψης και δράσης του, χωρίς να αναθεωρήσει στην ουσία τίποτα, και χωρίς να επιχειρήσει καν να δει τον εαυτό του από μια απόσταση, να αντιληφθεί ότι υπάρχουν εκατομμύρια  ακριβώς σαν αυτόν, με τις ίδιες απαιτήσεις και την ίδια βασική απάθεια και κυνισμό, με την ίδια βαθύτατη αποξένωση από αυτό που –τι ειρωνεία!– υποστασιοποιείται παντού, εύκολα, ανέξοδα, ως «λαός.» Απέναντι στην φαινομενικά αστείρευτη ικανότητα μιας κοινωνίας να παράγει ασχήμια, να απελευθερώνει όλα τα συσσωρευμένα τοξικά κατάλοιπα δεκαετιών επιδερμικού εξωραϊσμού –κι όλα τα συμπτώματα απώθησης μιαςιστορίας θεμελιακά βασισμένης στην περιθωριοποίηση, τον διωγμό,και την καταστολή των κατά καιρούς αντιφρονούντων– στέκεται μια μειονότητα που δεν ετεροκαθορίζεται και δεν φοβάται, γιατί δεν είχε ποτέ τίποτε να χάσει. Είναι οι άνθρωποι που παρέμειναν, ως επί το πλείστον, εξωτερικά άσχημοι, κακοντυμένοι και απεριποίητοι όλα αυτά τα χρόνια, αυτοί που δεν έπιασαν θέση στο τραίνο που δεν πήγαινε πουθενά. Σήμερα, αγωνίζονται για τους εαυτούς τους και για την τάξη τους, έχοντας απέναντι όχι μόνο την τεράστια συσσωρευμένη δύναμη ντόπιων και ξένων αφεντικών, αλλά κι όλον αυτό τον νεο-άσχημο συρφετό που δεν έχει καταφέρει να προσφέρει στον τόπο τίποτε περισσότερο από χυδαία καλοπέραση στους καλούς καιρούς και οργίλες μούντζες στους κακούς. Και που, τρία περίπου χρόνια μέσα στην κρίση, εξακολουθεί να διυλίζει τον κώνωπα και να καταπίνει την κάμηλο, να μεμψιμοιρεί για τα πάντα αδιακρίτως, να υψώνει το δάχτυλο του κατηγόρου και να αγορεύει στο δικό του φαντασιακό δικαστήριο, ανεύθυνος, πολιτικά άβουλος και πιθανόν μοιραίος, ναρκισσευόμενος –ακόμα και τώρα–μπροστά στον καθρέφτη αγυρτών που υπόσχονται να τον σώσουν ως άλλοπεριούσιο «λαό», ως άχραντο και άμεμπτο θύμα των περιστάσεων και της κακιάς της ώρας, για να επαναλάβει αυτά που έμαθε να πράττει μια ζωή. Πώς να πεις πως ένας τέτοιος «λαός» όχι μόνο δεν μπορεί να «συντεθεί» σε κάποιου είδους ξαναβαφτισμένη ψευδή ολότητα, αλλά δεν έχει την παραμικρή ιστορική ελπίδα αν δεν αποσυντεθεί στο έπακρο για ναξανασυγκροτηθεί με άλλους όρους και σε άλλη βάση; Πώς να πεις πως όταν κάνουμε λόγο για πολιτική «ανάσταση» μιλούμε επίσης για θάνατο, και τον εννοούμε όσο πιο κυριολεκτικά γίνεται να εννοήσουμε έναν θάνατο που δεν είναι βιολογικός; Δεν μπορείς, κι έτσι σωπαίνεις. Κι έτσι ζεις και αναπνέεις στην ασχήμια που, σαν κάποια τεράστια επιστροφή του κατεσταλμένου,έχει ξαναπλημμυρίσει τη χώρα με ορδές έξαλλων απ’ τη στέρηση junkies της  αυτοκρατορίας του αισθητού.

leninreloaded