Του ΛΟΥΚΑ ΑΞΕΛΟΥ*

Η ΚΑΤΑ ΑΝΤΟΝΙΟ ΓΚΡΑΜΣΙ

ΑΝΑΓΚΗ ΤΗΣ ΗΘΙΚΗΣ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗΣ
Θεοί μέν γάρ μελλόντων, ἄνθρωποι
δέ γιγνομένων, σοφοί δέ προσιόντων
αἰσθάνονται.
Φίλοστρατος
Η νίκη των υπό την ευρεία έννοια αντιμνημονιακών δυνάμεων στις 6 Μαΐου 2012, σφραγισμένη από την σαφή άνοδο της μαχόμενης Αριστεράς, διαμόρφωσε ένα νέο θετικό πλαίσιο στον…
«καθόλου συσχετισμό δυνάμεων», ανακόπτοντας, όχι όμως ανατρέποντας, το καθεστώς της «διαχρονικής ήττας» που έχουν υποστεί σε όλη την σφαίρα του δημόσιου και ιδιωτικού βίου οι λαϊκές δυνάμεις και κατ’ επέκτασιν και η κοινωνική Αριστερά.
Αντιμετωπίζοντας ρεαλιστικά το ενδεχόμενο οι δυνάμεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς να βρεθούν στην κυβέρνηση, η έγνοια μου επικεντρώθηκε στο κατά πόσον η υπαρκτή σημερινή Αριστερά μπορεί να αναδειχθεί όχι απλώς σε πρώτη, αλλά σε ηγεμονική/ηγεμονεύουσα δύναμη.
Γι’ αυτό το κομβικής σημασίας ζήτημα πολλά έχουν γραφτεί και ακουστεί. Αποφεύγοντας τα διανοητικά «πέρα-δώθε», θέλω να σταθώ σε κάποιες επισημάνσεις του Αντόνιο Γκράμσι, που δεκαετίες με προβληματίζουν και που η παρούσα συγκυρία αναδεικνύει με τρόπο δραματικό.
Αξιωματικά και χωρίς αξιώσεις τεκμηρίωσης, λοιπόν, θα σταθώ σε αυτό που είναι και που θα αποτελέσει – κατά την γνώμη μου – κεντρικό στρατηγικό μας πρόβλημα.
Ο Γκράμσι, ως γνωστόν, πέρασε το μεγαλύτερο μέρος του πολιτικού του βίου έγκλειστος. Σε αυτό το μακρύ ταξίδι του μέσα στις φασιστικές φυλακές, είχε μια μοναδική πολυτέλεια• τον χρόνο να στοχαστεί και να επαναστοχαστεί πάνω στα ερωτήματα που έθετε η ήττα της καθόλου Αριστεράς από τον φασισμό και να συνειδητοποιήσει τα όρια ενός coup d’état ακόμα κι όταν αυτό έχει αριστερή νομιμοποίηση.
Ήταν αυτό που βαθύτατα τον προβλημάτισε και που τον οδήγησε ύστερα από βασανιστικές διανοητικές διαδρομές να θέσει ένα κεντρικό ζήτημα που δεν το έθεσε κανένας άλλος μάχιμος κομμουνιστής ηγέτης με τους ίδιους όρους και την ίδια καθαρότητα. Ο Γκράμσι, με τον ιδιότυπο δικό του τρόπο έκανε σαφές ότι οι μητροπολιτικές κοινωνίες, ως κατεξοχήν πολύπλοκες δεν μπορούν να ανατραπούν με «απλή έφοδο στην εξουσία». Μας δίδαξε δηλαδή ότι δεν μπορείς να κάνεις μίαν υπέρβαση του υπάρχοντος εάν τυχόν δεν συνειδητοποιήσεις πόσο πολύπλοκο είναι. Εάν δεν συνειδητοποιήσεις πόσο τα πράγματα δεν είναι καθόλου απλά, πόσο πανούργος, πόσο επιτήδειος και πάνοπλος είναι ο αντίπαλος. Ως εκ τούτου, η απλή έφοδος στα Χειμερινά Ανάκτορα, αν και μπορεί να γίνει, είναι ανεπαρκής.
Δεν είναι στραβός ο γιαλός. Διακόσια περίπου χρόνια πριν, ένας εξαιρετικής ποιότητας διανοούμενος, ο Ιμμάνουελ Καντ διατύπωνε αυτά που ο Γκράμσι στις φυλακές πικρά επιβεβαίωνε και που εμείς ακόμα και σήμερα διερωτώμεθα αν πράγματι αληθεύουν.
Χωρίς ίχνος ρητορείας και χωρίς να διεκδικεί επαναστατικά εύσημα, ο Καντ κυριολεκτικά μας αφοπλίζει με ένα επιχείρημα που πλήρωσαν μετρητοίς όλες ανεξαίρετα οι επαναστάσεις.
«Με μιαν επανάσταση ίσως καταρρέει βέβαια ο προσωπικός δεσποτισμός και καταργείται η καταπίεση από ανθρώπους άπληστους για κέρδη και για εξουσία, αλλά ποτέ δεν γίνεται αληθινή αναμόρφωση του τρόπου της σκέψης· νέες προλήψεις, εξίσου όπως και οι παλιές χρησιμοποιούνται για σκοινί που οδηγεί τον αστόχαστο μεγάλο σωρό των ανθρώπων».
Η έννοια της ηγεμονίας, λοιπόν, εμπεριέχει την λογική της ισχύος για την κατάκτηση της εξουσίας, αλλά η εξουσία για να είναι λειτουργική προϋποθέτει την στήριξή της στην πλειοψηφία. Αυτό αποτελεί την πυρηνική και αδιαπραγμάτευτη λογική μιας δημοκρατικής κοινωνίας, αυτό αποτελεί το μοναδικό – ουσιαστικό όπλο των υποτελών τάξεων. Το πρόβλημα, λοιπόν, είναι να διαμορφώσεις όλους εκείνους τους όρους, όλες εκείνες τις υποδομές που θα καταστήσουν τις υποτελείς τάξεις ικανές στο να μπορέσουν να διαμορφώσουν ένα αντίρροπο δέος κουλτούρας, πολιτικής, ιδεολογίας και κατ’ επέκτασιν διακυβέρνησης. Μιας διακυβέρνησης, όμως, που θα έχει κύρος και, στηριγμένη στην βούληση των πολλών, θα ανανεώνει την νομιμοποίησή της.
Αυτό το κύρος όμως, δεν μπορεί να στηριχθεί μονομερώς στην ιδεολογική και γενικότερα στην υλική υπεροχή. Έχει ανάγκη και την ηθική νομιμοποίησή του.
Η Αριστερά δεν αρκεί να επικαλείται την αρετή, οφείλει να είναι ενάρετη η ίδια• δεν αρκεί να στηλιτεύει το κακό, πρέπει η ίδια να το τιμωρεί παραδειγματικά.
Αυτό το ρηγμένο, ιδιαίτερα στις μέρες μας, στα αζήτητα στοιχείο είναι που ο μεγάλος Σαρδηνός εναγώνια αναζήτησε και στο τέλος ανέδειξε ως αδιαπραγμάτευτη προϋπόθεση για τον όποιο σοσιαλισμό στο μέλλον ήθελε αποτολμηθεί.
Ασφαλώς δεν ήταν ο μόνος.
Από τον Ρήγα και τον Μπολιβάρ, μέχρι τον Ρόκκο Χοϊδά και την Λούξεμπουργκ• από τον Άρη και τον Γκεβάρα μέχρι τον Λαμπράκη και τον Αλλιέντε, το επιχείρημα εξακολουθεί να είναι – πάντα – ακαταμάχητο και το τίμημα – πάντα – οδυνηρό.
Το συμπέρασμα, όμως, που και εκ της ιστορίας, πρώτιστα του ίδιου του Γκράμσι, προκύπτει, είναι σαφές.
Η ηττημένη πολιτικά, αλλά όχι άρρωστη ηθικά, Αριστερά, όσο επώδυνη και αν είναι η διαδικασία ανάρρωσής της, μπορεί να επανακάμψει και ιστορικά να δικαιωθεί. Η σύνδεση της πολιτικής με την ηθική αποτελούσε, αποτελεί και θα αποτελέσει το υπ’ αριθμόν ένα ζητούμενο νομιμοποίησης της όποιας ηγεμονίας. Είμαστε, άραγε, σε θέση να δώσουμε μιαν έμπρακτη απάντηση σε αυτό το υπ’ αριθμόν ένα ζητούμενο, υπέρτερο, κατά την γνώμη μου, και από αυτό το οικονομικό πρόβλημα;
Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στην Αυγή της Κυριακής, 17 Ιουνίου 2012, αρ.φ. 11434

* Ο Λουκάς Αξελός είναι συγγραφέας, διευθυντής του περιοδικού «Τετράδια».